Ο σερ Τσαρλς Σπένσερ "Τσάρλι" Τσάπλιν (αγγλικά: Charles Spencer "Charlie" Chaplin, 16 Απριλίου 1889 − 25 Δεκεμβρίου 1977), γνωστός στην Ελλάδα και με το προσωνύμιο «Σαρλό», ήταν Άγγλος ηθοποιός, σκηνοθέτης και συνθέτης, του οποίου η φήμη ανήλθε κατά τη διάρκεια της εποχής του βουβού κινηματογράφου. Μεγαλούργησε στις πρώτες δεκαετίες του Χόλυγουντ. Είναι χρονικά η πρώτη παγκόσμια αναγνωρίσιμη φιγούρα της κινηματογραφικής τέχνης, κυρίως μέσω του χαρακτήρα «Σαρλό» που ενσάρκωνε στις πρώτες ταινίες του.
Από το 1912 ώς το 1918 αξιοποίησε το ταλέντο του σε πολλές μικρές κωμωδίες του βωβού κινηματογράφου, δημιουργώντας τον τύπο του Σαρλό. Ο ίδιος όχι μόνο πρωταγωνιστούσε, αλλά ήταν επίσης ο σεναριογράφος, σκηνοθέτης και συνθέτης της Μουσικής των ταινιών του. Η παγκόσμια καταξίωση ήρθε μέσα από τις μεγάλου μήκους ταινίες του, όπως οι Μοντέρνοι Καιροί, Ο Μεγάλος Δικτάτωρ, Τα φώτα της πόλης, Ο κύριος Βερντού και άλλες, που τον κατέταξαν ανάμεσα στους σημαντικότερους δημιουργούς της έβδομης τέχνης.
Το 1952, στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου και της Μαύρης Λίστας, έπεσε σε δυσμένεια λόγω των αριστερών πολιτικών φρονημάτων του. Ενώ ταξίδευε προς το Λονδίνο, έμαθε την απόφαση του αμερικανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης να άρει τη βίζα του και επομένως το δικαίωμα επιστροφής. Μετά από αυτό το γεγονός παρέμεινε οριστικά στην Ευρώπη, και πιο συγκεκριμένα στο Βεβέ της Ελβετίας, όπου πέθανε στις 25 Δεκεμβρίου 1977. Στο διάστημα αυτό ταξίδεψε στην Αμερική μόνο μια φορά, το 1972, προκειμένου να παραλάβει το ειδικό Τιμητικό Όσκαρ για τη συνεισφορά του στην έβδομη τέχνη, κερδίζοντας το μεγαλύτερο σε διάρκεια χειροκρότημα της ιστορίας των βραβείων. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου τον έχει κατατάξει δέκατο στη λίστα με τους 25 μεγαλύτερους σταρ όλων των εποχών.
Από το 1912 ώς το 1918 αξιοποίησε το ταλέντο του σε πολλές μικρές κωμωδίες του βωβού κινηματογράφου, δημιουργώντας τον τύπο του Σαρλό. Ο ίδιος όχι μόνο πρωταγωνιστούσε, αλλά ήταν επίσης ο σεναριογράφος, σκηνοθέτης και συνθέτης της Μουσικής των ταινιών του. Η παγκόσμια καταξίωση ήρθε μέσα από τις μεγάλου μήκους ταινίες του, όπως οι Μοντέρνοι Καιροί, Ο Μεγάλος Δικτάτωρ, Τα φώτα της πόλης, Ο κύριος Βερντού και άλλες, που τον κατέταξαν ανάμεσα στους σημαντικότερους δημιουργούς της έβδομης τέχνης.
Το 1952, στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου και της Μαύρης Λίστας, έπεσε σε δυσμένεια λόγω των αριστερών πολιτικών φρονημάτων του. Ενώ ταξίδευε προς το Λονδίνο, έμαθε την απόφαση του αμερικανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης να άρει τη βίζα του και επομένως το δικαίωμα επιστροφής. Μετά από αυτό το γεγονός παρέμεινε οριστικά στην Ευρώπη, και πιο συγκεκριμένα στο Βεβέ της Ελβετίας, όπου πέθανε στις 25 Δεκεμβρίου 1977. Στο διάστημα αυτό ταξίδεψε στην Αμερική μόνο μια φορά, το 1972, προκειμένου να παραλάβει το ειδικό Τιμητικό Όσκαρ για τη συνεισφορά του στην έβδομη τέχνη, κερδίζοντας το μεγαλύτερο σε διάρκεια χειροκρότημα της ιστορίας των βραβείων. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου τον έχει κατατάξει δέκατο στη λίστα με τους 25 μεγαλύτερους σταρ όλων των εποχών.
Τα πρώτα του χρόνια
Ο Τσαρλς Σπένσερ Τσάπλιν γεννήθηκε στις 16 Απριλίου 1889 στο Λονδίνο. Οι γονείς του, Τσαρλς Τσάπλιν και Χάνα Χάριετ Πέντλιγκχαμ Χιλ, ήταν καλλιτέχνες του μιούζικ χολ. Ο πατέρας του ήταν αλκοολικός και ένα χρόνο μετά τη γέννηση του Τσάρλι εγκατέλειψε τη σύζυγό του και τα δύο τους παιδιά, τον Τσάρλι και τον μεγαλύτερο αδερφό του, Σίντνεϊ, που είχε γεννηθεί εκτός γάμου. Λίγο αργότερα η Χάνα εμφάνισε προβλήματα υγείας, εγκατέλειψε την καριέρα της και άρχισε να δουλεύει ως ράφτρα. Καθώς δεν είχε αρκετά χρήματα και ο πρώην σύζυγός της σπάνια τους βοηθούσε οικονομικά, αναγκάστηκε να ζήσει με τα παιδιά της σε διάφορα διαμερίσματα υπό άθλιες συνθήκες. Το 1895 μπήκε σε άσυλο φτωχών στο Λάμπεθ και τα δύο παιδιά της μεταφέρθηκαν σε ένα σχολείο για ορφανά και εγκατελελειμμένα παιδιά από το οποίο είχαν τις χειρότερες αναμνήσεις. Τρία χρόνια αργότερα, και αφού η μητέρα τους μπήκε σε άσυλο φρενοβλαβών στο Κέιν Χιλ, ο πατέρας τους ανέλαβε με δικαστική απόφαση την επιμέλειά τους. Η ζωή όμως του Τσαρλς και του Σίντνεϊ δεν άλλαξε ουσιαστικά αφού ο πατέρας τους συνέχιζε να πίνει και οι δύο τους μεγάλωναν με την ερωμένη του πατέρα τους που ήταν επίσης αλκοολική. Αργότερα έζησαν ξανά για ένα διάστημα με τη μητέρα τους, που βγήκε προσωρινά από το άσυλο, ενώ ο Τσαρλς Τσάπλιν σένιορ πέθανε σε ηλικία 37 ετών από το αλκοόλ και διάφορες ασθένειες. Τον Μάιο του 1903 η Χάνα ξαναμπήκε στο άσυλο και ο μικρός Τσάρλι εγκαταστάθηκε με τον αδερφό του σε ένα διαμέρισμα.
Ο Τσάρλι Τσάπλιν βγήκε για πρώτη φορά στη σκηνή στην ηλικία των πέντε ετών, όταν ακόμα η μητέρα του δεν είχε εγκαταλείψει την καριέρα της, για να την αντικαταστήσει ένα βράδυ που ήταν άρρωστη, εκτελώντας με κωμικό τρόπο ένα τραγούδι-σουξέ μέσα σε καταιγισμό χειροκροτημάτων. Αργότερα, με μεσολάβηση του πατέρα του, έγινε μέλος του παιδικού θιάσου Οι οκτώ λεβέντες του Λανκασάιρ με μισθό μισή κορώνα την εβδομάδα. Τον Ιούλιο του 1903 ο Τσάρλι έγινε μέλος ενός θιάσου και έπαιξε στην παράσταση Τζιμ, το μυθιστόρημα ενός Λονδρέζου, στην οποιά υποδυόταν ένα χαμίνι στους δρόμους του Λονδίνου. Στη συνέχεια έπαιξε στην αστυνομική κωμωδία Σέρλοκ Χολμς που γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Το Σεπτέμβριο του 1905 ο θίασος έφυγε για τουρνέ στις Η.Π.Α. χωρίς όμως τον Τσάρλι. Τον Ιούλιο του 1906 ο Σίντνεϊ προσλήφθηκε από τον διάσημο θιασάρχη του μιούζικ χολ Φρεντ Κάρνο και ο Τσάρλι στο θίασο Casey's Court Circus. Δύο χρόνια αργότερα ο Τσάρλι προσλήφθηκε και αυτός στο θίασο του Κάρνο και έκανε τον μεθύστακα σε μια παράσταση παντομίμας, στο Mumming Birds. To φθινόπωρο του 1910 ο Τσάρλι ταξίδεψε με τον θίασο στην Αμερική, στα τέλη της επόμενης χρονιάς επέστρεψε στην Αγγλία και αφού μετέφερε την μητέρα του σε καλύτερο ίδρυμα, ξαναέφυγε με τον ίδιο θίασο για την Αμερική, όπου παρέμεινε πολλά χρόνια.
Έναρξη κινηματογραφικής καριέρας του Τσάπλιν
Λίγα χρόνια μετά την άφιξή του στην Αμερική ο Τσάπλιν υπέγραψε συμβόλαιο με την εταιρία Κιστόουν του Μακ Σένετ, που εκείνη την εποχή είχε διάσημους κωμικούς (τον Φορντ Στέρλινγκ, τον Φατι-Ρόσκο Άρμπακλ, τη Μέιμπελ Νόρμαντ κ.ά.), με αμοιβή 150 δολάρια την εβδομάδα και τον Ιανουάριο του 1914 έπαιξε στην ταινία Για να κερδίσει το ψωμί του στην οποία υποδύθηκε έναν απατεώνα με κοστούμι λόρδου. Στην Κιστόουν γύρισε συνολικά 35 ταινίες μικρού μήκους στις οποίες ήταν κυρίως ο παραβάτης των κανόνων, έτοιμος πάντα για καυγά και υπέρ του δέοντος ερωτύλος. Στις ταινίες αυτές ο Τσάπλιν άρχισε να διαμορφώνει τη φιγούρα του Σαρλό με το στενό σακάκι, το μικρό καπέλο, το χαρακτηριστικό μουστάκι, το βάδισμα του πιγκουίνου κ.ά. Στην ίδια εταιρία για πρώτη φορά δοκίμασε την τύχη του στη σκηνοθεσία στην ταινία Πιασμένος σε καμπαρέ.
Από την Κιστόουν στην Εσανέι και την Μιούτσουαλ
Στις αρχές του 1915 ο Τσάπλιν υπέγραψε συμβόλαιο με την εταιρία Εσανέι με μισθό 1.250 δολάρια την εβδομάδα, πριμ 10.000 δολάρια και κατοχύρωση της πλήρους καλλιτεχνικής του ελευθερίας. Στην εταιρία αυτή γύρισε 15 ταινίες μεταξύ των οποίων Ο αλήτης, με την οποία καθιέρωσε τη φιγούρα του περιπλανώμενου ανέργου. Στον Αλήτη εμφανίζεται για πρώτη φορά και ένα ακόμη στοιχείο που θα επαναληφθεί και σε άλλες ταινίες του Τσάπλιν: ο ήρωας παρεξηγεί τη φιλία της "αγαπημένης" του, πιστεύοντας πως είναι ερωτευμένη μαζί του, για να εξαφανιστεί διακριτικά στο τέλος, όταν εμφανίζεται αυτός που εκείνη πραγματικά αγαπά. Στις ταινίες στην Εσανέι παρτενέρ του ήταν η Έντνα Περβάιανς, πρώτη μούσα και ερωμένη του Τσάπλιν.
Το Φεβρουάριο του 1916 ο Τσάρλι Τσάπλιν υπέγραψε συμβόλαιο με την εταιρία Μιούτσουαλ για 12 ταινίες με αμοιβή 10.000 την εβδομάδα και πριμ 150.000 δολάρια. Στην Μιούτσουαλ, όπου παρέμεινε μέχρι το καλοκαίρι του 1917, γύρισε μεταξύ άλλων τις ταινίες Ο μετανάστης, Ο ενεχυροδανειστής, Ο τυχοδιώκτης, Το πατινάζ, Η θεραπεία, Ήσυχος δρόμος κ.ά. Στις ταινίες αυτές, που τις χαρακτηρίζουν οι τρελές καταδιώξεις μέσα σε περιορισμένο χώρο, τελειοποιεί την τεχνική της παντομίμας, τις χορευτικές του ικανότητες και τα διάφορα γκαγκ. Κυρίως όμως οι ταινίες του δεν περιορίζονται πλέον στο κωμικό στοιχείο, αλλά επιπλέον σχολιάζουν διάφορα κοινωνικά προβλήματα, όπως π.χ. ο Μετανάστης στην οποία ο Τσάπλιν έθιξε το θέμα των μεταναστών που ταξίδευαν υπό άθλιες συνθήκες.
Η ώριμη περίοδος
Τον Ιούνιο του 1917 ο Τσάπλιν υπέγραψε με τη Φερστ Νάσιοναλ συμβόλαιο 1.000.000 δολαρίων. Η συνεργασία με αυτή την εταιρία ξεκίνησε με την ταινία Σκυλίσια ζωή και ακολούθησαν Ο Σαρλό στρατιώτης, η Μέρα πληρωμής και ο Προσκυνητής.
Τον Αύγουστο του 1920 ο Τσάπλιν ολοκλήρωσε το Χαμίνι, την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, που στοίχισε 300.000 δολάρια και μολονότι δεν προσέλκυσε αρχικά το ενδιαφέρον των διανομέων στην Αμερική, είχε μεγάλη επιτυχία σε ολόκληρο τον κόσμο. Στην ταινία, που συνδυάζει τη σάτιρα με το τραγικό στοιχείο, είναι έντονες οι μνήμες από τη δύσκολη παιδική ηλικία του Τσάπλιν. Το 1925 γύρισε τον Χρυσοθήρα, ταινία που συγκαταλέγεται στις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, που κόστισε 650.000 και απέφερε περισσότερα από 5.000.000 δολάρια. Και εδώ συνυπάρχει το τραγικό με το κωμικό στοιχείο, αλλά και η σουρεαλιστική τρέλα και η περιπέτεια. Ο Τσάπλιν ξεκίνησε τα γυρίσματα της ταινίας με πρωταγωνίστρια την ανήλικη ηθοποιό Λολίτα ΜακΜάρεϊ, όμως τελικά την αντικατέστησε με την Τζόρτζια Χέιλ αν και αναγκάστηκε να ξαναγυρίσει μεγάλο μέρος από τις σκηνές της ταινίας. Τρία χρόνια αργότερα ακολούθησε το Τσίρκο, στο οποίο ο ήρωας αποτυγχάνει ως επαγγελματίας κλόουν μπροστά στους θεατές, αλλά προκαλεί το γέλιο ως Σαρλό, στην καθημερινή του ζωή. Το Τσίρκο συνέπεσε με την προβολή της πρώτης ταινίας με ήχο (Τραγουδιστής της τζαζ) και ο Τσάπλιν, αν και είχε δηλώσει ότι σιχαίνεται τις ομιλούσες ταινίες καθώς εξαφανίζουν την μεγάλη ομορφιά της σιωπής, επένδυσε μουσικά (συνέθεσε ο ίδιος την μουσική) και έκανε επιλεκτική χρήση των ήχων στην επόμενη ταινία του (Τα φώτα της πόλης-1931). Το 1936 γύρισε τους Μοντέρνους καιρούς, την ταινία στην οποία εμφανίστηκε για τελευταία φορά ως Σαρλό με συμπρωταγωνίστρια την Πολέτ Γκοντάρ.
Η πρώτη μη βωβή ταινία, Ο Μεγάλος Δικτάτωρ (1940), ήταν μια περιφρόνηση εναντίον του Ναζισμού. Γυρίστηκε και κυκλοφόρησε στην Αμερική ένα χρόνο πριν την εμπλοκή της στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Τσάπλιν υποδυόταν το ρόλο του Άντενοϊντ Χίνκελ (Adenoid Hynkel), δικτάτορα της Τομανίας, χαρακτήρα βασισμένο στον Αδόλφο Χίτλερ, ο οποίος ήταν μικρότερος από τον Τσάπλιν μόνο 4 ημέρες. Στην ταινία επίσης συμμετείχε και ο Τζακ Όουκι στο ρόλο του Μπενζίνο Ναπαλόνι (Benzino Napaloni), δικτάτορα της Βακτηρίας, σατιρίζοντας τον Ιταλό δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι.
Η Πολέτ Γκοντάρ συνεργάστηκε ξανά με τον Τσάπλιν, υποδυόμενη μια γυναίκα σε γκέτο. Η ταινία εκλήφθηκε ως μια πράξη θάρρους και ανδρείας στο πολιτικό περιβάλλον της τότε εποχής, κυρίως για τον εξευτελισμό του Ναζισμού και για την απεικόνιση των Εβραϊκών χαρακτήρων και της δίωξής τους. Εκτός από τον Χίνκελ, ο Τσάπλιν έπαιξε επίσης το ρόλο ενός Εβραίου κουρέα, ο οποίος διώκεται από το καθεστώς, ενώ παράλληλα έχει εκπληκτική ομοιότητα με τον Χίνκελ. Ουσιαστικά, ο ρόλος του κουρέα απεικόνιζε τον χαρακτήρα του "Αλήτη".
Στο τέλος, οι δύο χαρακτήρες που υποδύεται ο Τσάπλιν, μέσα από μια σύνθετη πλοκή ανταλλάζουν θέσεις, και ο κουρέας αποβάλλει την κωμική περσόνα για να βγάλει, απευθυνόμενος στον θεατή, έναν εξαιρετικό λόγο στον οποίο καταγγέλλει τη δικτατορία, την απληστία, το μίσος και τη μισαλλοδοξία, εξαίροντας την ελευθερία και την ανθρώπινη αδελφοσύνη. Η ταινία ήταν υποψήφια για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερου Σεναρίου και Καλύτερου A΄ Ανδρικού Ρόλου.
Το 1947, μέσα σε ένα έντονα αρνητικό κλίμα για τον ίδιο, και ενώ διάφοροι συντηρητικοί πολιτικοί ζητούσαν την απέλασή του, γύρισε την ταινία Ο Κύριος Βερντού. Αν και την υπόθεση της ταινίας ο Τσάπλιν την εμπνεύστηκε από τον Λαντρί, έναν Γάλλο δολοφόνο πλούσιων κυριών, ήταν φανερό ότι η ταινία στόχευε σε αρνητικές πλευρές της αμερικανικής κοινωνίας. Ιδιοκτήτες κινηματογραφικών αιθουσών δέχτηκαν πιέσεις για να μην προβάλλουν την ταινία η οποία τελικά είχε παταγώδη εμπορική αποτυχία. Αντίθετα, η ταινία Τα Φώτα της ράμπας, μια ταινία πάνω στα γηρατειά και τον θάνατο, που ολοκληρώθηκε πέντε χρόνια αργότερα, είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία, εκτός όμως Αμερικής, όπου και πάλι πολλοί αιθουσάρχες δεν πρόβαλλαν την ταινία.
Ο Τσάπλιν στην Ευρώπη
Μετά την άρση της βίζας του από το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, ο Τσάπλιν με την τέταρτη σύζυγό του, Όνα, εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ευρώπη και συγκεκριμένα στην Ελβετία. Μέχρι το θάνατό του το 1977 γύρισε άλλες δύο ταινίες: την αντιμακαρθική σάτιρα Ένας βασιλιάς στη Νέα Υόρκη (1957) και δέκα χρόνια αργότερα την Κόμισσα του Χονγκ Κονγκ με τη Σοφία Λόρεν και τον Μάρλον Μπράντο.
Το 1975 ανακηρύχτηκε ιππότης από τη βασίλισσα Ελισάβετ.
Προσωπική ζωή του Τσάπλιν
Στη ζωή του Τσάρλι Τσάπλιν υπήρξαν πολλές γυναίκες. Ο Τσάπλιν παντρεύτηκε τέσσερις φορές, όλες με συναδέλφους του. Εκτός των τεσσάρων γάμων του όμως είχε και πολλές άλλες σχέσεις. Συνολικά απέκτησε 11 παιδιά, ένα από τον πρώτο γάμο, που πέθανε λίγες μέρες μετά τη γέννα, δύο από το δεύτερο και οκτώ από τον τέταρτο, με την Όνα, κόρη του Ευγένιου Ο'Νηλ, που όταν έγινε ο γάμος, το 1943, ήταν μόλις 18 ετών. Αυτός ο γάμος κράτησε τριάντα τέσσερα χρόνια, μέχρι το θάνατό του Τσάπλιν.
Καθώς ο Τσάπλιν με πολλές από τις ταινίες του έθιγε αρνητικές πλευρές της αμερικανικής κοινωνίας, διάφορες κοινωνικές ομάδες θεωρούσαν ότι θίγονται από το έργο του και έψαχναν αφορμές για να τον χτυπήσουν. Έτσι, όταν μια πρώην ερωμένη του ηθοποιού, η Τζόαν Μπάρι, εισέβαλε με ένα όπλο στο σπίτι του απειλώντας να τον σκοτώσει και στη συνέχεια να αυτοκτονήσει και έπειτα ζήτησε να αναγνωριστεί δικαστικά ότι πατέρας του παιδιού που επρόκειτο να γεννήσει ήταν ο Τσάπλιν, πουριτανικές οργανώσεις γυναικών, σύνδεσμοι παλαιών στρατιωτών καθώς και το ίδιο το FBI την υποστήριξαν. Τελικά το δικαστήριο δικαίωσε την Μπάρι, μολονότι το τεστ αίματος που έγινε για να αποδειχθεί αν ο Τσάπλιν ήταν ο πατέρας ήταν αρνητικό.
Ιστορία και Πολιτική στο έργο του Τσάρλι Τσάπλιν
Σε γνωστή αποστροφή του, ο Τσάπλιν είχε αναφέρει: «Πιστεύω στην
ελευθερία, αυτή είναι η πολιτική μου θέση, πιστεύω στους ανθρώπους, αυτή είναι
η φύση μου». Η απλότητα της φράσης δίνει το στίγμα του «πολίτη Τσάπλιν»
φωτίζοντας μια σημαντική διάσταση του έργου του που καθρεφτίζεται και στα
θέματα των ταινιών του. Η εξουθενωτική εργασία, οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης
των μεταναστών, οι επιπτώσεις του οικονομικού κραχ, κι εντέλει ο πόλεμος, η
καταστροφή κι ο θάνατος καταγράφονται με ενάργεια στις ταινίες του. Ο Τσάπλιν
ουδέποτε περιορίστηκε στο ρόλο του σταρ, αντιθέτως υπήρξε ενεργός πολίτης με
σαφείς και συχνά ενοχλητικές για την εξουσία απόψεις. Όχι μόνο δεν απείχε από
την πολιτική, όπως οι περισσότεροι συνάδελφοί του, αλλά συμμετείχε σε αρκετές
πολιτικές εκδηλώσεις, κι ανάμεσά τους στη μεγάλη διαδήλωση της 22ης Ιουλίου
1942 που έγινε στη Μάντισον Σκουέαρ υπέρ του διπλού μετώπου. Για τον ίδιο λόγο
απευθύνθηκε προσωπικά στον πρόεδρο Ρούζβελτ, ενώ λίγο αργότερα, στα χρόνια του
Μακαρθισμού, εγκατέλειψε τις ΗΠΑ.
Η πολιτική στις ταινίες του
Πρώτο χαρακτηριστικό της πολιτικής διάστασης στο έργο του αποτελεί
το γεγονός πως ο Σαρλό ουδέποτε ενσάρκωσε ανθρώπους της εξουσίας. Το αντίθετο.
Ήταν ένας φτωχός αλητάκος που είχε ως ύψιστη φιλοδοξία του την εύρεση εργασίας
και όχι ένας γελοίος τεμπέλης, ξεκομμένος από το κοινωνικό σύνολο. Κάτω από τα
φτωχικά του ρούχα κρύβεται ένας γενναιόψυχος άνθρωπος, ιπποτικός με τα παιδιά,
τις γυναίκες και τα ζώα, με αναπτυγμένη αίσθηση της αξιοπρέπειας και δυνατά
συναισθήματα, που δε διστάζει να θυσιάσει την προσωπική του ευτυχία για να
βοηθήσει τους συνανθρώπους του. Κινείται και προσπαθεί να επιβιώσει σε ένα
βίαιο περιβάλλον οικονομικής και κοινωνικής εξαθλίωσης διατηρώντας την
αξιοπρέπειά του και προπαντός την ελευθερία του.
Ο Μαρσέλ Μαρτέν αναφέρεται σε μια στατιστική σύμφωνα με την οποία
το 57% των φιλμ του Τσάπλιν είχε ως αφηγηματικό άξονα το θέμα της εργασίας σε
όλες τις εκφάνσεις της (ανεργία, εκμετάλλευση, συμπεριφορά εργοδότη κτλ.). Ίσως
η πιο χαρακτηριστική είναι οι Μοντέρνοι καιροί (1936), ταινία γυρισμένη στην
εποχή του New Deal, που χρησιμοποιεί ως αφετηρία τις εργασιακές σχέσεις για να
προσεγγίσει με κριτικό τρόπο την επιχειρούμενη, μετά το οικονομικό κραχ,
ανασυγκρότηση. Το θέμα της σύγκρουσης της μηχανής με τον άνθρωπο κυριαρχεί στο
πρώτο μισό της ταινίας, σε αντιδιαστολή με την εκδοχή του αμερικανικού ονείρου,
που κυριαρχεί στο δεύτερο. Ο Σαρλό, το «χαμίνι», με τη γοητευτική συντρόφισσά
του, επιδιώκουν την απλούστερη εκδοχή αυτού του ονείρου: να παντρευτούν και να
ζήσουν σε ένα κανονικό σπίτι. Συνδετικός κρίκος ανάμεσα στα δύο μέρη είναι η
περίφημη σκηνή με την «κόκκινη σημαία», όπου ο Σαρλό, χωρίς να το καταλάβει,
τίθεται επικεφαλής εργατικής διαδήλωσης επειδή έτυχε να περιμαζέψει μια κόκκινη
σημαία που έπεσε από ένα φορτηγό.
Η σκληρότητα της αστυνομίας και η απανθρωπιά των εργοδοτών στους
Μοντέρνους καιρούς έρχονται σε διάσταση με τον τρυφερό και συναισθηματικό κόσμο
των ταινιών του Το τσίρκο (1928) και Τα φώτα της πόλης (1931) που προηγήθηκαν.
Αμφότερες οι ταινίες προσεγγίζουν το θέμα της επιβίωσης στα δύσκολα χρόνια του
οικονομικού κραχ και συνοψίζουν τον πολιτικό ουμανισμό του Τσάπλιν, σε μια και
μόνη λέξη: γενναιοψυχία.
Στην πρώτη ο ερωτευμένος Σαρλό δε διστάζει να βοηθήσει την ένωση της αγαπημένης του με τον αντίζηλό του· στη δεύτερη αναλαμβάνει να βρει τα απαραίτητα χρήματα για την εγχείρηση μιας τυφλής κοπέλας, μέσα από τη σχέση του με τον μεθύστακα εκατομμυριούχο, τον οποίο σώζει από πνιγμό. Αλλά το πολιτικό σχόλιο του Τσάπλιν στις δύο ταινίες συνοψίζεται στο χρήμα και στον τρόπο που αυτό χρησιμοποιείται. Από τη μία βρίσκονται οι κατέχοντες: αυτοί που το έχουν και το διαχειρίζονται. Από την άλλη, ο δικός του ήρωας, ένας άνθρωπος που αναζητά το χρήμα όχι για να αποκτήσει δύναμη και εξουσία, αλλά για να βοηθήσει τους συνανθρώπους του.
Στην πρώτη ο ερωτευμένος Σαρλό δε διστάζει να βοηθήσει την ένωση της αγαπημένης του με τον αντίζηλό του· στη δεύτερη αναλαμβάνει να βρει τα απαραίτητα χρήματα για την εγχείρηση μιας τυφλής κοπέλας, μέσα από τη σχέση του με τον μεθύστακα εκατομμυριούχο, τον οποίο σώζει από πνιγμό. Αλλά το πολιτικό σχόλιο του Τσάπλιν στις δύο ταινίες συνοψίζεται στο χρήμα και στον τρόπο που αυτό χρησιμοποιείται. Από τη μία βρίσκονται οι κατέχοντες: αυτοί που το έχουν και το διαχειρίζονται. Από την άλλη, ο δικός του ήρωας, ένας άνθρωπος που αναζητά το χρήμα όχι για να αποκτήσει δύναμη και εξουσία, αλλά για να βοηθήσει τους συνανθρώπους του.
Η Ιστορία σαν φάρσα
Κορυφαία ταινία της δεκαετίας του ’40 είναι Ο μεγάλος δικτάτορας,
που συνοψίζει την ώριμη θεματική, αισθητική και ιδεολογία του. Σε αυτή την
ταινία, ο Τσάπλιν καταγράφει άλλη μια πρωτιά. Είναι ο πρώτος καλλιτέχνης που
χλευάζει ανοιχτά τον Χίτλερ και το ναζισμό. Σήμερα η σάτιρα για τον γερμανικό
στρατό και τον Χίτλερ είναι κοινότοπο κλισέ, τότε όμως ήταν τολμηρή κι
επικίνδυνη πολιτικά προσέγγιση.
Τόνοι μελάνης έχουν χυθεί γι’ αυτή την ταινία, ασφαλώς την πρώτη
άμεσα πολιτική ταινία του αμερικανικού κινηματογράφου, που πιστοποιεί το
πέρασμα του Τσάπλιν στην κατηγορία των στρατευμένων δημιουργών, αφού η ταινία
υλοποιεί πολιτικές θέσεις και απόψεις. Ο Τσάπλιν αποτυπώνει με οξύνοια αλλά και
διορατικότητα το πορτρέτο του Αδόλφου Χίτλερ, και αποτολμά προβλέψεις για το
μέλλον, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν από την Ιστορία.
Η ιδέα για τη δημιουργία της ταινίας φαίνεται πως του
δημιουργήθηκε βλέποντας στη Νέα Υόρκη τη δοξαστική για τον Χίτλερ ταινία της
Λένι Ρίφενσταλ, Η δύναμη της θελήσεως. Όπως αναφέρει ο Μπουνιουέλ στο βιβλίο
του Τελευταία πνοή, ο Τσάπλιν, ο Κλερ κι ο Μπουνιουέλ παρακολουθούσαν από
κοινού την προβολή, στη διάρκεια της οποίας ο Τσάπλιν γελούσε συνεχώς με τις
φανφάρες και τις πόζες του Γερμανού δικτάτορα, ενώ οι άλλοι ήταν τρομοκρατημένοι.
Ίσως στο γεγονός να συνετέλεσε και το τσαπλινικό μουστάκι του Χίτλερ που
προσέδιδε μια περίεργη ομοιότητα ανάμεσα στους δύο άντρες. Όταν έγιναν γνωστά
στην Αμερική τα γεγονότα της λεγόμενης «Νύχτας των Κρυστάλλων» (η νύχτα του
μεγάλου πογκρόμ που έγινε στις 9-10 Νοεμβρίου 1938 στη Γερμανία κατά των
Εβραίων), η ιδέα για την ταινία ωρίμασε στο μυαλό του.
Και ο Εβραίος Τσάπλιν απάντησε για λογαριασμό όλων των Εβραίων. Η
παρανοϊκή προσωπικότητα του Χίτλερ αποδίδεται μοναδικά σε τρεις σκηνές. Η πρώτη
είναι η συνάντηση των δύο δικτατόρων στη σκηνή του ξυρίσματος και του
βομβαρδισμού με τις μακαρονάδες. Η δεύτερη, το παίξιμο του δικτάτορα με την
υδρόγειο σφαίρα-μπαλόνι, σκηνή που συλλαμβάνει όλη τη φιλαυτία του Χίτλερ. Η
τρίτη, ο τρόπος με τον οποίο οι λόγοι του δικτάτορα σταδιακά παραμορφώνονται σε
γαβγίσματα. Όμως η ταινία παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον για την πολιτική
επιστήμη και τους ιστορικούς του μέλλοντος χάρη στην καταγραφή δύο κορυφαίων
ιδεολογημάτων, τα οποία είχαν διαποτίσει την αμερικανική και την παγκόσμια
κοινή γνώμη. Πρώτον, η άποψη πως πίσω από το μεγάλο κεφάλαιο βρίσκονται πάντα
οι Εβραίοι. Και δεύτερον, ότι κύρια επιδίωξη της Γερμανίας του Χίτλερ ήταν να
βάλει στο χέρι τον εβραϊκό πλούτο. Στην ταινία αυτό καταγράφεται ολοκάθαρα. Ο Χίνκελ
όσο καιρό ελπίζει πως Εβραίοι τραπεζίτες και κεφαλαιούχοι θα του δώσουν τα
χρήματα που ζητά φέρεται ήπια και κατευναστικά, και η εβραϊκή κοινότητα
ακμάζει. Οι διώξεις ξεσπούν όταν ναυαγεί οριστικά η υπόθεση του δανείου και ο
Χίνκελ στρέφεται με μανία στους ανθρώπους του γκέτο. Τα δύο ιδεολογήματα
παραμένουν μέχρι τις μέρες μας ισχυρά στην παγκόσμια κοινή γνώμη, μερίδα της
οποίας εξακολουθεί να μην αντιλαμβάνεται ούτε την κοινωνική και θρησκευτική
σημασία του ναζισμού ούτε τον βάρβαρο αντισημιτισμό.
Το γεγονός ότι τα εγκληματικά σχέδια του ναζισμού εις βάρος των
Εβραίων δεν απετράπησαν λόγω της εθελοτυφλίας της παγκόσμιας κοινής γνώμης, που
«δεν έβλεπε» και «δεν καταλάβαινε», φαίνεται να έδωσαν την έμπνευση και το θέμα
για την επόμενη ταινία του, τον Κύριο Βερντού, που ο ίδιος τη χαρακτηρίζει
«κωμωδία εγκλημάτων», και στην οποία για πρώτη φορά εγκαταλείπει το γνωστό
μουστάκι του που τώρα πλέον αποκαλείται «χιτλερικό». Είναι η ιστορία ενός
άνεργου κυανοπώγωνα και ερασιτέχνη δολοφόνου που, επηρεασμένος από την
ατιμωρησία της βίας που επικρατεί στον κόσμο, για να μεγαλώσει το παιδί του και
να θρέψει την ανάπηρη γυναίκα του, μεταμορφώνεται από πρόβατο σε λύκο και
σκοτώνει γριούλες για να ιδιοποιηθεί τις περιουσίες τους. Ο πανέξυπνος και
γοητευτικός Κυανοπώγωνας με την τρομερή δύναμη του λόγου του είναι μια
καρικατούρα του Χίτλερ και η ιστορία του διαβάζεται σαν αλληγορία των
κρεματορίων και του Ολοκαυτώματος. Ήδη από την πρώτη σκηνή τον βλέπουμε να
καίει σε έναν κλίβανο το πτώμα της γυναίκας που δολοφόνησε, ενώ πυκνός καπνός
ανεβαίνει στον ουρανό, μια εικόνα που θυμίζει τις καμινάδες των κρεματορίων. Οι
αδιάφοροι κι ευκολόπιστοι γείτονες πείθονται πως η γυναίκα του τον εγκατέλειψε
και καίει κάποια άχρηστα παλιά έπιπλα για να πουλήσει το σπίτι. Ο Βερντού,
πεπεισμένος πως το κακό δεν τιμωρείται στην εποχή μας, μιμείται σε μικρότερη
κλίμακα τις πράξεις των μεγάλων της εποχής. Όπως αναφέρει και ο ίδιος στη σκηνή
της εξομολόγησης: «Ένας φόνος σε κάνει εγκληματία, χιλιάδες φόνοι ήρωα».
Τη δεκαετία του ’50 έδωσε την τελευταία πολιτικά ενδιαφέρουσα
ταινία του, Ένας βασιλιάς στη Νέα Υόρκη, μια άμεση επίθεση κατά του
Μακαρθισμού, μέσα από τη φιλία ενός έκπτωτου βασιλιά κι ενός πανέξυπνου εφήβου.
Η ταινία στοχεύει δηκτικά σε δύο μεγάλα πολιτικά ζητήματα: το πρώτο είναι ο παραλογισμός
του Μακαρθισμού, που διώκει ανθρώπους για τα πολιτικά τους φρονήματα και
εξαναγκάζει όσους διαφωνούν κι αντιστέκονται να πεθάνουν από την πείνα. Το
δεύτερο, η κούρσα των πυρηνικών εξοπλισμών. Για πρώτη φορά σε αμερικανική
ταινία αναπτύσσεται πειστικά το επιχείρημα ότι η ανθρωπότητα οφείλει να
χρησιμοποιήσει την πυρηνική ενέργεια για ειρηνικούς σκοπούς και όχι σε
πολεμικές αναμετρήσεις.
Ο Τσάπλιν πραγματοποίησε με αυτή την ταινία μια θεματική υπέρβαση.
Όπως Ο μεγάλος δικτάτορας και Ο κύριος Βερντού, έτσι και το Ένας βασιλιάς στη
Νέα Υόρκη δεν άρεσε στο κοινό, το οποίο δεν μπόρεσε ή δεν ήταν προετοιμασμένο
να παρακολουθήσει τα μηνύματά τους. Αποτελούν πάντως μοναδικά παραδείγματα
σπουδαίων έργων που αποτυπώνουν πολιτικές νοοτροπίες, εκφράζουν πολιτικές
θέσεις και καθρεφτίζουν την εποχή τους.
Πηγή: Wikipedia
diastixo.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου